Γ. Χωλ
Μέσα σε ένα πλαίσιο αδιάκοπης και (όπως λέγεται συνέχεια) άνευ προηγουμένου πολιτικής κρίσης, οι Έλληνες δείχνουν να επιβεβαιώνουν για άλλη μια φορά το ιστορικό τους στερεότυπο του να είναι αδιόρθωτα ευέξαπτοι, ακυβέρνητοι και σε γενικές γραμμές όχι της προκοπής. Μήπως όλα αυτά τα είχε ήδη πει πριν από χιλιετίες ο Δαρείος (όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος); «Σε μια δημοκρατία, είναι αναπόφευκτο να συμβαίνουν παρατυπίες. Οι διεφθαρμένες συναλλαγές στις κυβερνητικές υπηρεσίες δεν οδηγούν όμως σε ιδιωτικές διαμάχες, όπως στην ολιγαρχία, αλλά σε λυκοφιλίες, με τα στελέχη να συνωμοτούν και να υποστηρίζονται μεταξύ τους. Έτσι συνεχίζεται, μέχρι να εμφανιστεί κάποιος υπερασπιστής του λαού για να διαλύσει τις κλίκες που προωθούν (αποκλειστικά) τα δικά τους συμφέροντα. Ο νεοερχόμενος (η νεοερχόμενη;) κερδίζει τον θαυμασμό του πλήθους και σύντομα αναλαμβάνει την απόλυτη εξουσία».
Υπάρχει εναλλακτική προοπτική, της οποίας κατά τη γνώμη μου δεν της λέιπει τίποτα εκτός από υποστηρικτές (!). Αν και η σύγχρονη Ελλάδα έχει δοκιμάσει κοινοβούλιο με δύο νομοθετικά σώματα (από το 1844 έως το 1864 και ξανά από το 1927 έως το 1935), δυστυχώς προτίμησε να διατηρεί μόνο το ένα. Επέλεξε επίσης να μην έχει συνταγματικό δικαστήριο. Ακόμα και η Ρουμανία έχει το εν λόγω θεσμό. Πόσο αποτελεσματικό και αδιάφθορο είναι δεν μας απασχολεί αυτη τη στιγμή. Παραμένει το γεγονός ότι οι Ρουμανοί το έχουν και οι Ελληνες δεν το έχουν. Η ιδανική μας λύση εμποδίζεται όμως και από άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την υποχρεωτική ψήφο. Πολλοί Έλληνες έτσι κι αλλιώς δεν ψηφίζουν, χωρίς να δηλώνουν – συλλογικά και οργανωμένα – εμείς δεν πρόκειται να ψηφίζουμε! Άλλοι λένε ότι δεν θα ψηφίζουν και μετά ψηφίζουν Μητσοτάκη, Τσίπρα, Σαμαρά, Καρυστιανού ή και έναν από τους πολλούς που δεν θα εκλεγούν.
Συνεπώς η πρώτη απαραίτητη μεταρρύθμιση στη διαδικασία πολιτικής απαγγίστρωσης είναι η κατάργηση της υποχρεωτικής ψήφου. Εκείνοι που στοχεύουν σε θεσμικές αλλαγές μπορούν ύστερα από τη σχετική κατάργηση να σκεφτούν, ποιο να είναι το επόμενο βήμα. Η πλήρης κατάργηση της καθολικής ψηφοφορίας είναι μια δελεαστική προοπτική, αλλά είναι επίσης η προτιμώμενη λύση κάποιων ναζιστών, κομμουνιστών ή όλων των στρατοκρατών. Το να την προτιμάμε και «εμείς» δίνει την εντύπωση ότι δεν ξέρουμε ποιοί είναι φίλοι και ποιοί αντίπαλοι. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να καταργηθεί η υποχρέωση, αλλά όχι το δικαίωμα, της καθολικής ψηφοφορίας. Όποιος θέλει την καθολική ψηφοφορία θα την έχει. Όσοι θέλουν «κάτι καλύτερο» θα έχουν την υποχρέωση να το δημιουργήσουν. Μερικοί βλέπουν τον εαυτό τους, ή είναι αντιληπτοί από άλλους, ως δυνητικοί πολιτικοί ή, ευγενικά, «εκπρόσωποι». Ας το δηλώνουν ξεκάθαρα, και ας καταγραφεί. Όσοι δεν επιθυμουν να είναι «εκπρόσωποι», αλλά απλώς θέλουν να ζουν σε μια χώρα και μια κοινωνία που είναι πιο δίκαιη, πιο ανθρώπινη, λιγότερο καταστροφική για το περιβάλλον, ας το δηλώνουν και αυτοί. Έτσι θα έχουμε δύο κατηγορίες μη ψηφοφόρων, με δύο ξεχωριστούς βαθμούς πολιτικοποίησης, ή ματαιοδοξίας.
Στη συνέχεια το συνταγματικό μας δικαστήριο θα κινητοποιηθεί ώστε να αποφασιστεί ποιοι από τους μη ψηφοφόρους υποψήφιους εκπροσώπους δεν είναι κατάλληλοι να είναι αυτό που επιθυμούν, περιορίζοντας έτσι τα δικαιώματά τους στα δικαιώματα που απολαμβάνουν σήμερα όλοι οι πολίτες, δηλαδή το δικαίωμα ψήφου σε εκλογές με καθολική ψηφοφορία και το δικαίωμα να υποβάλλουν υποψηφιότητα σε εκλογές με καθολική ψηφοφορία. Εννοείται ότι όλοι οι πολίτες θα έχουν το δικαίωμα, μόνιμα, να επανέλθουν στην κατηγορία του σημερινού απλού πολίτη, απολαμβάνοντας όλα τα δέοντα δικαιώματα.
Όσον αφορά τους υποψήφιους εκπροσώπους που έχουν γλιτώσει τον αποκλεισμό από το συνταγματικό δικαστήριο (δηλαδή τη μοίρα [και το προηγούμενο] του υποψήφιου προέδρου Calin Georgescu στη Ρουμανία), αυτοί θα έχουν το δικαίωμα να είναι υποψήφιοι σε μια διαδικασία κλήρωσης. Θα συσταθεί μια εναλλακτική «συνέλευση ενεργών πολιτών» (αποκαλούμενη Γερουσία, Νομοθετικό Συμβούλιο ή οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο όνομα) και θα ανταγωνίζονται για την ανάθεση εντολής με το κοινοβούλιο που εκλέγεται με τις υπάρχουσες διαδικασίες.
Τα μέλη του εναλλακτικού νομοθετικού σώματος θα μιλούν σε ένικο πρόσωπο, θα επικοινωνούν με το κοινό και με τους συναδέλφους τους πολιτικούς μέσω μέσων ενημέρωσης υπό τον δικό τους έλεγχο και δεν θα ανέχονται καμία διαμεσολαβητική επικοινωνία στο όνομά τους. Η προσέγγιση ενός δημοσιογράφου θα τιμωρούνται ipso facto με την αποβολή από την εναλλακτική συνέλευση και τον περιορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων σε εκείνα που απολαμβάνουν οι συμβατικοί πολιτικοί. Τα μέλη του εναλλακτικού νομοθετικού σώματος θα αμείβονται με ποσό που δεν θα υπερβαίνει το εισόδημά τους πριν από το διορισμό.
Συνοψίζοντας: το αυριανό διπλό κοινοβούλιο δεν θα είναι όπως τα ελληνικά προκάτοχά του του 19ου και 20ου αιώνα, όπου τα κοινοβούλια λειτουργούσαν συμπληρωματικά. Θα ανταγωνίζονται μεταξύ τους όπως κάνουν σήμερα τα πολιτικά κόμματα και όπως θα συνεχίζουν να κάνουν τα κόμματα στη συμβατική βουλή. Θα ανταγωνίζονται για την λαϊκή εντολή.
Για να ανακεφαλαιώσουμε, κάθε πολιτικός της εναλλακτικής βουλής θα μιλάει σε ένικο πρόσωπο, ως άτομο, απευθείας στο κοινό και σε άλλους πολιτικούς, χωρίς να επιτρέπεται καμία πολιτική διαμεσολάβηση. Οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης δημοσιογράφου ή άλλου υποψήφιου διαμεσολαβητή θα συνεπάγεται την υποβάθμισή του πολιτικού στις τάξεις των συμβατικών συνεταίρων, οι οποίοι χρειάζονται να υποβάλουν υποψηφιότητα σε εκλογές αν επιθυμούν να παραμείνουν δημόσια πρόσωπα.
Τι πρέπει να προστεθεί σε αυτή τη φόρμουλα;
Προσπαθήσαμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα (στα αγγλικά) σε συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν στη Ρουμανία τον Οκτώβριο του 2024.