1844–1863: Σύμφωνα με το ελληνικό Σύνταγμα του 1844, το νομοθετικό σώμα ήταν διθάλαμο, αποτελούμενο από μια άνω βουλή (τη Γερουσία) και μια κάτω βουλή (τη Βουλή των Αντιπροσώπων). [1]
•1927–1935: Κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας, το Σύνταγμα του 1927 επανέφερε ένα διθάλαμο σύστημα με Γερουσία και Βουλή των Αντιπροσώπων, το οποίο καταργήθηκε αργότερα όταν αποκαταστάθηκε η μοναρχία το 1935. [1]
Η Γερουσία ως θεσμός είχε συνδεθεί με περιορισμένο δικαίωμα ψήφου, συνήθως μέσω περιουσιακών προϋποθέσεων. Σε ορισμένες χώρες (π.χ. στην Αυστραλία και συγκεκριμμένα στη Νέα Νότιου Ουαλλία) έχει αναπτυχθεί κοινοβουλευτική άνω βουλή που βασίζεται στην καθολική ψηφοφορία και απαιτείται η συναίνεση και των δύο σωμάτων για την ψήφιση ενός νόμου.
Θα ήταν εφικτό μια κοινοβουλευτική άνω Βουλή να βασίζεται σε περιορισμένο δικαίωμα ψήφου, χωρίς ο περιορισμός αυτός να συνδέεται με την ιδιοκτησία. Το δικαίωμα ψήφου θα μπορούσε να περιοριστεί μέσω της θέσπισης ενός δικαστηρίου το οποίο θα αποφάσιζε, σε συνεννόηση με τους πολίτες, ποιοι θα έπρεπε να κριθούν ως μη επιλέξιμοι για να γίνουν μέλη της άνω Βουλής. Τα μέλη της άνω Βουλής θα επικοινωνούσαν μεταξύ τους απευθείας και δεν θα είχαν πρόσβαση σε δημοσιογράφους ή άλλους μεσάζοντες.
Κανένας από αυτούς τους περιορισμούς δεν θα ίσχυε για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά κανείς δεν θα επιτρεπόταν να είναι μέλος και των δύο σωμάτων, ή να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής αντιπροσώπων και των δύο σωμάτων, ενώ τα δύο σώματα δεν θα αλληλοσυμπληρώνονταν, αλλά θα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για την εξουσία. Σε τακτά χρονικά διαστήματα, ίσως κάθε πέντε χρόνια, θα διεξαγόταν δημοψήφισμα με καθολική ψηφοφορία, και ο νικητής του δημοψηφίσματος θα είχε νομοθετικές εξουσίες, ενώ ο ηττημένος θα είχε μόνο συμβουλευτικές εξουσίες. Η επιλογή αντιπροσώπων για την άνω βουλή θα γινόταν με κλήρωση.